Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Ομάδα Α2: Εκπαιδευτικός, μαθητές/-τριες, γονείς, τοπική κοινότητα, ευρύτερη κοινωνία και ΜΜΕ

Ομάδα Εργασίας A2:

Εκπαιδευτικός, μαθητές/-τριες, γονείς, τοπική κοινότητα, ευρύτερη κοινωνία και ΜΜΕ

Συντονιστής:
Παύλος Χαραμής
Μέλη:
Λάμπρος Γιώργας
Ειρήνη Καλιντζάκη
Δημήτρης Παναγόπουλος
Θεοφάνης Τσιγγέλης

Εισαγωγικά

Σκοπός της εισήγησης είναι η ανάλυση των σχέσεων που διαμορφώνονται  στο χώρο του σχολείου ανάμεσα στους παράγοντες που συναποτελούν τη σχολική κοινότητα και επηρεάζουν άμεσα και καθοριστικά τη λειτουργία της. Αυτοί οι παράγοντες (ή ομάδες αναφοράς) είναι οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές και μαθήτριες και οι γονείς/κηδεμόνες τους. Υπάρχουν όμως και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, τη λειτουργία του σχολείου και συνδιαμορφώνουν το παιδαγωγικό κλίμα μέσα στο οποίο συντελείται το παιδευτικό έργο. Σε αυτούς συγκαταλέγονται οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανώσεις και συλλογικότητες κάθε είδους που δρουν στην τοπική κοινωνία (πολιτικοί φορείς, αθλητικοί σύλλογοι, θρησκευτικές οργανώσεις κ.ο.κ.) καθώς και άτυπες ομάδες συνομηλίκων που υφίστανται στο χώρο του σχολείου ή τον άμεσο κοινωνικό περίγυρο. Τέλος, σημαντική είναι και η επίδραση που ασκούν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, τοπικής ή ευρύτερης εμβέλειας.

Στον περιορισμένο χρόνο της εισήγησης δεν είναι δυνατό να αναλυθούν διεξοδικά οι πολυδιάστατες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στο σχολείο και όλους αυτούς τους παράγοντες, και να προσδιοριστούν οι ποικίλες επιδράσεις τους στο χώρο του σχολείου. Περισσότερο στοχεύουμε να εκθέσουμε κάποιες χαρακτηριστικές πτυχές του σχετικού προβληματισμού δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στη συνθετότητα των προβλημάτων που σχετίζονται με τις ομάδες αναφοράς και τις μεταξύ τους σχέσεις στο χώρο του σχολείου αφενός, και στις επιπτώσεις τους στην άσκηση του εκπαιδευτικού έργου αφετέρου.
Συνήθως αντιλαμβανόμαστε το σχολείο ως το χώρο εκείνο στον οποίο τα νεότερα μέλη της κοινωνίας αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες με συστηματικό και σκόπιμο τρόπο. Αλλά το σχολείο δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ένα δυναμικό και πολυδιάστατο πεδίο ανάπτυξης σύνθετων διαπροσωπικών και διομαδικών σχέσεων, που ασκούν καθοριστικής σημασίας επιδράσεις σε όλα τα μέλη της σχολικής κοινότητας. Πρόκειται για σχέσεις που επηρεάζουν την ομαλή ένταξη των μαθητών και μαθητριών στο σχολικό θεσμό και την εκπαιδευτική τους πορεία, ενώ συμβάλλουν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του νέου ανθρώπου. Έχουν όμως επιπτώσεις και στους εκπαιδευτικούς που εργάζονται στο πλαίσιό του.  Γι’ αυτό βρίσκονται στο επίκεντρο τόσο των επιστημονικών αναζητήσεων όσο και του ενδιαφέροντος της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Παράλληλα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι σχέσεις αυτές στη σύγχρονη εποχή διαμορφώνονται σε ένα περιβάλλον όπου η πολυπλοκότητα και η ταχύτητα των εξελίξεων και η πολλαπλότητα των επιλογών που προσφέρει ο σύγχρονος πολιτισμός έχουν επιφέρει μια γενικευμένη σύγχυση.  Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η ανθρωπότητα περνά μια πολυδιάστατη κρίση με κύρια χαρακτηριστικά της τη διεύρυνση των ανισοτήτων, την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ ατόμων και χωρών, την ανησυχητική αύξηση των φαινομένων κοινωνικής παθογένειας και την αμφισβήτηση των καθιερωμένων θεσμών και αξιών. Ένα υπερτροφικό εγώ συχνά φαίνεται να κυριαρχεί σε βάρος ενός ατροφικού «εμείς».  Οι αρνητικές συνέπειες αυτού του κοινωνικού ελλείμματος είναι εμφανείς τόσο στο ατομικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο, και εκδηλώνονται με χαρακτηριστικό τρόπο και στο σχολείο.
Σχολείο και κοινότητα

Το σχολείο βρίσκεται σε σχέση διαρκούς και δυναμικής αλληλεξάρτησης με τον άμεσο και ευρύτερο κοινωνικό χώρο στον οποίο είναι ενταγμένο. Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η σχέση του με την κοινότητα στην οποία είναι ενταγμένο, κάτι που είναι περισσότερο ευδιάκριτο σε μικρού μεγέθους οικιστικές μονάδες. Ανάμεσα στους παράγοντες που χαρακτηρίζουν την κοινότητα και επηρεάζουν άμεσα την παιδευτική δραστηριότητα του σχολείου συγκαταλέγονται:
ü  η κοινωνική διαστρωμάτωση του τοπικού πληθυσμού, όπως εξάλλου και της ευρύτερης κοινωνίας, με έμφαση σε χαρακτηριστικά όπως η οικονομική κατάσταση, το μορφωτικό επίπεδο και το κοινωνικό κύρος των μελών της κοινότητας·
ü  τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κοινότητας ή των επιμέρους ομάδων που την απαρτίζουν, τα οποία επηρεάζουν την κοινωνική συμπεριφορά των μελών της (π.χ. στάσεις, πεποιθήσεις, στερεότυπα, προκαταλήψεις).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά που επηρεάζουν τη στάση των μελών της κοινότητας έναντι του σχολείου και της μόρφωσης ή έναντι των εκπαιδευτικών. Αν τα μέλη της κοινότητας έχουν θετική στάση έναντι του σχολείου και τρέφουν ανάλογες προσδοκίες, τότε διαμορφώνεται μια αντίστοιχη θετική στάση και στους μαθητές. Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο: οι χαμηλές επιδόσεις και η αρνητική αξιολόγηση μαθητών στο σχολείο συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας περισσότερο αρνητικής στάσης τους έναντι του σχολείου, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει  και τους γονείς αυτών των μαθητών έναντι του σχολείου.
Η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα πολύ πιο έντονα πολυπολιτισμική. Προκύπτει, συνεπώς, η ανάγκη για το εκπαιδευτικό μας σύστημα να ακολουθεί τις αρχές της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζονται καλύτερες σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και το σχολείο και αυτό αποβαίνει προς όφελος της σχέσης των παιδιών με το σχολείο και τη μόρφωση. Γενικότερα, η γνώση των παραγόντων που προσδιορίζουν την κοινωνική συμπεριφορά των μελών της κοινότητας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση οποιουδήποτε εκπαιδευτικού προγράμματος που αποβλέπει στην ποιοτική αναβάθμιση του παιδευτικού αποτελέσματος του σχολείου.
Μια ακόμη σημαντική διάσταση των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της σχολικής κοινότητας αφορά τις διαφοροποιημένες απαιτήσεις και  προσδοκίες που αναμένονται από το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς εκ μέρους των ποικίλων ομάδων αναφοράς. Συχνά οι εκπαιδευτικοί νιώθουν να συνθλίβονται ανάμεσα στις απαιτήσεις της εκπαιδευτικής ιεραρχίας σχετικά με τη φύση του εκπαιδευτικού έργου, αφενός, και τις πολύ διαφορετικές επιδιώξεις  των γονέων ή άλλων φορέων αφετέρου.
Επισημαίνουμε, τέλος, ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο της μετάθεσης ευθυνών και αρμοδιοτήτων που ως σήμερα διατηρούσε το παραδοσιακό εθνικό κράτος τόσο προς την κατεύθυνση υπερεθνικών φορέων όσο και προς την κατεύθυνση της τοπικής κοινωνίας. Η διαδικασία αυτή στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής συντελείται υπό την επίδραση νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, που συνδέονται με την τάση αποδέσμευσης του κράτους από την ευθύνη για την παροχή δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης και τη μετάθεση της οικονομικής δαπάνης στην τοπική κοινωνία. Έτσι, ενώ είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η σύνδεση του σχολείου με τους φορείς της τοπικής κοινότητας και ιδιαίτερα με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, αυτό πρέπει να γίνει με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η επάρκεια των πόρων από την πλευρά της Πολιτείας και η εξασφάλιση σε τοπική κλίμακα εξειδικευμένων στελεχών, που θα συνδυάζουν ειδική γνώση και εκπαιδευτική εμπειρία.

Σχολείο, μαθητές/μαθήτριες και γονείς

Οι θετικές σχέσεις του σχολείου με τους μαθητές και μαθήτριες και η στενή και συνεχής συνεργασία του με τους γονείς/κηδεμόνες είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την αποτελεσματική λειτουργία του. Βασικός άξονας αυτής της πολιτικής, αλλά όχι μοναδικός, είναι το ευρύτερο μορφωτικό έργο του σχολείου. Ωστόσο, το σχολείο παραμένει προσκολλημένο στην επιδίωξη της ποσότητας της γνώσης ενώ είναι αναγκαία η ποιότητα.  Η αποστήθιση και ο βερμπαλισμός συνεχίζουν να κυριαρχούν, ενώ το αίτημα είναι η κριτική σκέψη. Παρά τις θεωρητικές διακηρύξεις ότι σκοπός της εκπαίδευσης είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού, κυρίαρχη παραμένει η φροντίδα για γνωστική ανάπτυξη, που σήμερα τείνει συχνά να περιορίζεται στην παροχή πληροφορίας. Η συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη παραμελείται ή αγνοείται. Απαιτείται, συνεπώς, μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη για το χαρακτήρα του σχολείου και της μόρφωσης.
Ανάμεσα στα θέματα που πρέπει να καλύπτει η συνεργασία σχολείου και γονέων είναι η τακτική σχολική φοίτηση των παιδιών και η μαθησιακή τους πορεία, η εξασφάλιση αρμονικών σχέσεων στο χώρο του σχολείου και ευρύτερα, η αντιμετώπιση προβλημάτων παραβατικότητας, βίας και γενικότερα κοινωνικής παθογένειας, ζητήματα υγιεινής διαβίωσης και διατροφής κ.τ.ό. Ας μην ξεχνάμε τη θλιβερή θέση που έχουν τα παιδιά μας στις διεθνείς στατιστικές στην παχυσαρκία, στο κάπνισμα και στην κατανάλωση αλκοόλ.
Το κλίμα στην τάξη και στο σχολείο επηρεάζεται και από παράγοντες όπως είναι ο τρόπος οργάνωσης της σχολικής τάξης, το περιεχόμενο και η οργάνωση των μαθημάτων, η ανάπτυξη των δραστηριοτήτων των μαθητών με επίκεντρο το γνωστικό αντικείμενο, η αξιολόγηση της επίδοσης των μαθητών, το σύστημα αμοιβών-ποινών, οι ψυχαγωγικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις των μαθητών/μαθητριών, γενικά αυτό που αποκαλείται «σχολική ζωή». Ειδικότερα, το μέγεθος του σχολείου και ο αριθμός των μαθητών στην τάξη επηρεάζουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της σχολικής κοινότητας και αποτελεσματικές παιδαγωγικές μέθοδοι. Στα μεγάλα σχολικά συγκροτήματα έχει επισημανθεί διεθνώς ότι ο διευθυντής και οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν τη δυνατότητα ούτε να αναγνωρίσουν τους μαθητές του σχολείου τους, ενώ ενισχύονται περιστατικά παραβατικότητας και βίας. Αλλά και στο επίπεδο της σχολικής τάξης, κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ο/η εκπαιδευτικός δεν γνωρίζει ουσιαστικά τους μαθητές/-τριες και τα προβλήματά τους. Γι’ αυτό, όταν ακολουθούνται πολιτικές, όπως τελευταία και στη χώρα μας, με συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολικών μονάδων, πρέπει να τηρούνται ευλαβικά τα παιδαγωγικά κριτήρια και να μην θυσιάζεται το όφελος των παιδιών στο βωμό της εξοικονόμησης πόρων.
Από την άλλη πλευρά, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι υποταγμένο στη λογική της επιλεκτικής λειτουργίας, ενώ παράλληλα αφορά και μαθητές που δεν ενδιαφέρονται για ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Σε αυτούς όχι μόνο δεν προσφέρει βασικά εφόδια και γενικές γνώσεις για τη ζωή, αλλά ούτε προγράμματα κατάρτισης και ειδίκευσης σε τομείς που θα ανταποκρίνονταν στις κλίσεις και στα ενδιαφέροντά τους με προσδιορισμένα επαγγελματικά δικαιώματα. Το αποτέλεσμα είναι να εντείνονται τα συναισθήματα απογοήτευσης και ματαίωσης ιδίως σε αυτούς τους μαθητές/-τριες και να αυξάνονται η απέχθεια προς το σχολείο και η διάθεσή τους να συγκρουστούν με ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει. Παρόμοια φαινόμενα, με διαφορετική ίσως ένταση, παρουσιάζονται και σε άλλες χώρες.
Παράγοντας που επηρεάζει τις σχέσεις των μαθητών στο πλαίσιο του σχολείου και της σχολικής τάξης και συνολικά το παιδαγωγικό κλίμα είναι η στάση των μαθητών έναντι της μάθησης και οι προσδοκίες που τρέφουν σε σχέση με τη μόρφωση και την επαγγελματική τους καριέρα. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι μαθητές συχνά ομαδοποιούνται από το σχολείο βάσει της σχολικής τους επίδοσης. Οι «επιτυχημένοι» μαθητές τείνουν να συνδέονται μεταξύ τους και έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις δραστηριότητες του σχολείου. Μελέτες έχουν δείξει ωστόσο ότι, αν και οι αντιλήψεις και η συμπεριφορά των μαθητών σχετίζονται με το κατά πόσο αποδέχονται τη σχολική εκπαίδευση, εκείνο που περισσότερο οδηγεί σε εχθρική στάση τους μαθητές έναντι του σχολείου είναι το πειθαρχικό καθεστώς του σχολείου. Από την άλλη, αναποτελεσματικό είναι και ένα σχολείο χωρίς όρια και κανόνες.
Η έλλειψη εναλλακτικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των μαθητών που παρουσιάζουν χαμηλή επίδοση, προβληματική συμπεριφορά και αδιαφορία για τη μάθηση εντείνει τις συγκρούσεις στο χώρο τάξης ανάμεσα στους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς, ενισχύει τις τάσεις περιθωριοποίησής τους και επηρεάζει αρνητικά το παιδαγωγικό κλίμα της τάξης και του σχολείου. Φαίνεται, ωστόσο, ότι η δημιουργία ενός θετικού κλίματος για τη μάθηση στο σχολείο είναι σε θέση να αντισταθμίσει, ως ένα βαθμό, το αρνητικό για τη μάθηση περιβάλλον των παιδιών στην οικογένεια ή στην κοινότητα και να επενεργήσει θετικά στις εκπαιδευτικές προσδοκίες τους.
Στην παιδαγωγική διαδικασία θεωρείται σημαντικός ο ρόλος της προσωπικότητας κάθε παιδιού, ενώ παράλληλα πρέπει να συνεξετάζονται και οι ποικίλες διαπροσωπικές σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ τους μέσα και έξω από τη σχολική τάξη. Οι σχέσεις αυτές επηρεάζονται και από παράγοντες που λειτουργούν εκτός σχολείου, στην ευρύτερη κοινότητα. Για παράδειγμα, έχει επισημανθεί ότι πολλές φορές οι μαθητές παρεκκλίνουν από τους επίσημους κανόνες του σχολείου και συμμορφώνονται με κανόνες της κοινωνικής τάξης  ή της πολιτισμικής ομάδας από την οποία προέρχονται. Συχνά επίσης διομαδικές συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών του σχολείου έχουν την αφετηρία τους σε ανάλογες συγκρούσεις μεταξύ αντιπαρατιθέμενων ομάδων στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο, στις οποίες εντάσσονται ή από τις οποίες επηρεάζονται και οι μαθητές (λ.χ. φαινόμενα αθλητικού οπαδισμού, ομάδες βίας κ.λπ.). Σε αυτές σημαντικός είναι ο ρόλος των τυπικών ή άτυπων ομάδων στις οποίες συμμετέχουν τα παιδιά στον ελεύθερο χρόνο τους. Το σχολείο, συνεργαζόμενο στενά με τους γονείς και με την τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην προαγωγή του υγιούς αθλητισμού, που έχουν ιδιαίτερη ανάγκη σήμερα οι νέοι, στο πλαίσιο του ευ αγωνίζεσθαι.
Τα περιστατικά βίας που εκδηλώνονται στο χώρο του σχολείου και στον περίγυρό του με θύτες και θύματα τα παιδιά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς να συνυπολογίζεται η καθοριστική επίδραση του οικογενειακού καθώς και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος. Αυτό το περιβάλλον, στο οποίο επίσης συμμετέχουν με τη γέννηση τους και κοινωνικοποιούνται τα παιδιά, στις μέρες μας έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές. Οι σχέσεις των ανθρώπων, όπως διαμορφώνονται πλέον και κάτω από την επίδραση των συνεπειών της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου χαρακτηρίζονται πολλές φορές από βιαιότητα κάθε είδους, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ανασφάλεια, την ανεργία, τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τις κάθε μορφής ανισότητες.
Οι σύγχρονες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας είναι αναμφισβήτητα χρήσιμα αλλά και κάποιες φορές εξαιρετικά επικίνδυνα εργαλεία. Η σχέση των νέων με αυτές τις τεχνολογίες, κυρίως με το Διαδίκτυο, αφορά όλους μας, αφορά την κοινωνία μας, αφορά και το σχολείο. Είναι κοινή υποχρέωσή μας να προσφέρουμε στα παιδιά μας την κατάλληλη παιδεία, ώστε να αντλούν από το Διαδίκτυο τον πλούτο του και να αποφεύγουν τις σκοτεινές γωνιές του. Η εκπαίδευση στα μέσα μαζικής επικοινωνίας (media education) και  ενημέρωση για τους κινδύνους που κρύβει η κακή χρήση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας είναι βασικά στοιχεία αυτής της παιδείας. Η επιθετική συμπεριφορά, ο εκφοβισμός (bullying), η άσκηση εξουσίας και ψυχολογικής πίεσης, τα προσβλητικά μηνύματα, οι πάσης φύσεως απειλές με τη χρήση πραγματικών ή παραποιημένων προσωπικών δεδομένων αποτελούν συνήθη φαινόμενα ηλεκτρονικής παρενόχλησης, και παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα και στον περίγυρο του σχολείου. Αξίζει να προστεθεί ότι ολοένα και συχνότερα θύματα παρενόχλησης και βίας είναι και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει τους συλλογικούς φορείς των εκπαιδευτικών διεθνώς και έχουν γίνει σχετικές προτάσεις για την αντιμετώπισή του.
Η διαδικτυακή υποκουλτούρα μπορεί να έχει απροσδιόριστες επιπτώσεις στους ασταθείς ψυχολογικά εφήβους. Η μίμηση ακόμη και των πιο ακραίων ενεργειών είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της εφηβείας, ακόμη κι αν δεν συνυπάρχουν ψυχικές διαταραχές. Ο εθισμός και οι αρνητικές επιδράσεις του Διαδικτύου μπορούν να αποφευχθούν με την ενεργό παρέμβαση και ανάμειξη των γονέων, των εκπαιδευτικών και γενικά όσων μετέχουν στην αγωγή και ανάπτυξη των παιδιών. Όλοι αυτοί οι συντελεστές οφείλουν να εντάξουν υποχρεωτικά στα ενδιαφέροντά τους το Διαδίκτυο. Αυτοί, και όχι κάποιοι τρίτοι άγνωστοι, θα μάθουν στα παιδιά τους την ωφέλιμη και εποικοδομητική χρήση του διαδικτύου και θα τα πληροφορήσουν για τους κινδύνους που υπάρχουν σ’ αυτό.
Η κύρια έμφαση της προσπάθειας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων κοινωνικής παθογένειας που προαναφέρθηκαν πρέπει να δοθεί στην καλή συνεργασία εκπαιδευτικών και άλλων φορέων με τους γονείς, ενώ πρωταρχικής σημασίας είναι ο ρόλος των πολιτικών πρόληψης που πρέπει να ακολουθεί το σχολείο. Σημαντικός παράγοντας σε αυτή την προσπάθεια είναι η επαρκής υποστήριξη του σχολείου από ειδικευμένους επιστήμονες όπως παιδοψυχολόγους, κοινωνικές/-ούς λειτουργούς και αρμόδιους φορείς, όπως είναι τελευταία ο Συνήγορος του Πολίτη (Συνήγορος του Παιδιού). Τέλος, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία της αρχικής εκπαίδευσης και ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών σε θέματα παιδαγωγικής και ψυχολογίας, στα οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τα θέματα πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας και παραβατικότητας.
Η συνεργασία του σχολείου με τους γονείς περιλαμβάνει τακτικές συναντήσεις ενημερωτικού χαρακτήρα, εξατομικευμένες συνεργασίες, ποικίλες δραστηριότητες της εκπαιδευτικής κοινότητας και πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των όρων και συνθηκών ζωής στο σχολείο και στην τοπική κοινότητα. Μεγάλη σημασία έχει ο εντοπισμός των μαθητών που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης βοήθειας, η ατομική συμβουλευτική, η βοήθεια προς τους γονείς, η συνεργασία του σχολείου με άλλες υπηρεσίες και κέντρα για την αντιμετώπιση προβλημάτων των μαθητών και γενικότερα η σύνδεση του σχολείου με την κοινότητα.
Οι επαφές με τους γονείς/κηδεμόνες πρέπει να οργανώνονται με περίσκεψη και μεθοδικότητα, ενώ μεγάλη σημασία για την εξασφάλιση θετικών σχέσεων μαζί τους έχει και το τι επακολουθεί μιας συνάντησης. Η τακτική ενημέρωση των γονέων για τα αποτελέσματα που προέκυψαν από τις διάφορες ενέργειες και η συνεπής τήρηση όσων συμφωνούνται παρέχουν δείγματα υπεύθυνης αντιμετώπισης των προβλημάτων και ενισχύουν τη διάθεση συμμετοχής των γονέων/κηδεμόνων στις συναντήσεις.
Απαραίτητη είναι και η οργάνωση επιμορφωτικών διαλέξεων και συζητήσεων που απευθύνονται στους γονείς/κηδεμόνες και αναφέρονται σε θέματα που τους απασχολούν. Σχετικές δραστηριότητες έχουν υλοποιηθεί (σχολές γονέων κ.λπ.), χωρίς όμως γενικευμένο και μόνιμο χαρακτήρα. Στο υπόστρωμα αυτών των δραστηριοτήτων πρέπει να υπάρχει μια διευρυμένη αντίληψη για την ευημερία του κοινωνικού συνόλου το οποίο αφορούν. Έτσι, δραστηριότητες της σχολικής κοινότητας που συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος, στο σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και στην προαγωγή μιας αρμονικής και δίκαιης συμβίωσης είναι ευκταίες.
Στα Πρακτικά του 3ου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου της ΟΛΜΕ με θέμα «Σχέσεις καθηγητών - μαθητών - γονέων» αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν στην πραγματοποίηση εκείνου του συνεδρίου. Θα κλείσουμε την εισήγησή μας με ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, που ισχύει και σήμερα:
«Στη θέση πια του «παλιού σχολείου» ήρθε ο καιρός να κτίσουμε το νέο δημοκρατικό σχολείο. […]Βαθιά δημοκρατικό και ανθρωπιστικό, να διαπλάθει ελεύθερους και δημοκρατικούς πολίτες […] Ένα τέτοιο σχολείο […] είναι υπόθεση ολόκληρου του ελληνικού λαού. Είναι υπόθεση των μαχόμενων εκπαιδευτικών της έδρας. Είναι υπόθεση των μαθητών, των γονέων και κηδεμόνων, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των άλλων κοινωνικών φορέων […]. Όμως, είναι ανάγκη αυτή η συνεργασία των φορέων του σχολείου της οικογένειας και της κοινωνίας να πάρει ένα σταθερό και μόνιμο χαρακτήρα. […] Το νέο σχολείο βλέπουμε ότι μπορεί να ορθοποδήσει μόνο αν ενταχθεί μέσα σ’ ένα κοινό πλαίσιο όπου θα καταλήγουν και θα διασταυρώνονται δημιουργικά όλες οι απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων φορέων με κύριους εκφραστές τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς. Αυτό το τρίπτυχο εκτιμούμε ότι μπορεί να αποτελέσει τη σίγουρη βάση πάνω στην οποία, με τη συνεργασία και των άλλων φορέων, θα μπορέσουμε να φτιάξουμε το νέο τύπο σχολείου το οποίο μπορεί να υλοποιεί όλες τις δυνατότητες που η παιδεία από μόνη της εμπεριέχει.»